Το τρομπόνι έχει ένα σημαντικό ρεκόρ ανάμεσα στα όργανα της συμφωνικής ορχήστρας. Στα τελευταία 400 χρόνια της ‘’ζωής’’ του, ως τις μέρες μας, δεν έχει υποστεί καμιά ουσιώδη αλλαγή. Απόγονος του ρωμαϊκού και του βυζαντινού βούκινου, πρωτοεμφανίστηκε με τη μορφή που το ξέρουμε σήμερα τον 15ο αιώνα. Για τα επόμενα 200 χρόνια με την ονομασία σάκμπουτ ήταν δημοφιλέστατο στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία και τη Βρετανία. Τα πρώτα τρομπόνια υποστήριζαν με τον ήχο τους  τους ψαλμούς της πολυφωνικής εκκλησιαστικής μουσικής πριν περάσουν και σε άλλα είδη μουσικής.

Το τρομπόνι αποτελείται από έναν αναδιπλωμένο χάλκινο σωλήνα που στο ένα άκρο του έχει σχήμα καμπάνας και στο άλλο επιστόμιο σε σχήμα φλυτζανιού. Αντί για τα κλειδιά που βρίσκουμε στα περισσότερα πνευστά, στο τρομπόνι, το μήκος του σωλήνα (άρα και το ύψος  των ήχων που παράγει) αυξομειώνεται με την κίνηση ενός τμήματός του μέσα σε ένα άλλο. Από τα πολλά είδη τρομπονιών των περασμένων αιώνων, σήμερα χρησιμοποιούνται κυρίως δύο: το τενόρο και το μπάσο τρομπόνι, με τονικότητες Si ύφεση και Sol αντίστοιχα. Η τονικότητά του βρίσκεται ακριβώς μια οκτάβα κάτω από εκείνη της τρομπέτας, ενώ έχει προβλεφθεί κι ένα ακόμα μικρό μήκος σωλήνα που δίνει τονικότητα σε Fa.

Ο μουσικός, σε αναλογία με τα έγχορδα χωρίς τάστα, πρέπει να καταλάβει με το αυτί τη σωστή θέση του σωλήνα για το σωστό τονικό ύψος. Οι θέσεις του σωλήνα είναι επτά και οι φθόγγοι προκύπτουν από την κατάλληλη θέση και πίεση των χειλιών του μουσικού. Ο ήχος του οργάνου είναι βαθύς, αλλά λαμπερός και η χροιά του μπορεί να αλλάξει με τη βοήθεια σουρντίνας.

2018-04-21T21:41:08+00:00