Όμποε (οξύαυλος)

Το όμποε, ένα ακόμα μέλος της οικογένειας των ‘’ξύλινων’’ έχει μερικές σημαντικές ομοιότητες αλλά και διαφορές με το κλαρινέτο. Όπως εκείνο, έτσι και αυτό θεωρείται απόγονος του, αλλά ενώ στο κλαρινέτο το καλάμι που έρχεται σε επαφή με τα χείλη του μουσικού είναι μονό, στο όμποε είναι διπλό. ‘’Εφευρέτες’’ του οργάνου οι Γάλλοι μουσικοί της βασιλικής αυλής Ζαν Οτετέρ και Μισέλ Φιλντόρ, στα μέσα του 17ου αιώνα. Ο ‘’οξύαυλος’’, όπως είναι το ελληνικό του όνομα, επιβάλλεται αμέσως με την ποιότητα του ήχου του και οι συνθέτες αρχίζουν να γράφουν για αυτόν.

Τα πρώτα όμποε ήταν κατασκευασμένα από έβενο ή άλλα πολύτιμα ξύλα και είχαν μονάχα δύο κλειδιά, όμως το 1839 τα κλειδιά έχουν γίνει πια δέκα ενώ έχει καθιερωθεί και το στενό καλάμι, που ο μουσικός δένει μόνος του πάνω στο επιστόμιο.

Το όμποε έχει διαπεραστικό και κάπως ένρινο ήχο που το κάνει να ξεχωρίζει μέσα στην ορχήστρα. Συγγενείς του οργάνου αυτού είναι το ‘’όμποε της αγάπης’’ (oboe d’ amore), του οποίου η απόληξη είναι σφαιρική αντί για καμπάνα και ο ήχος του βαθύτερος, αλλά και το αγγλικό κόρνο (cor anglais), με επίσης σφαιρική απόληξη κι ακόμα βαθύτερο ήχο που μπορεί να αποδώσει περίφημα μελαγχολικές και πολύ εκφραστικές μελωδίες.

Σαν σολιστικό όργανο το ανέδειξαν με τα κονσέρτα τους οι Vivaldi, Bach, Handel κ.α.

2018-04-21T20:55:36+00:00