Το κοντραμπάσο, το πιο ογκώδες έγχορδο, προέρχεται κι αυτό από τη γενιά του ρεμπάμπ και του ρεμπέκ και το βρίσκουμε (σε πρωτόγονη μορφή) σαν γκάιγκε, στις αρχές του 13ου αιώνα στη Γερμανία. Δύο αιώνες αργότερα, έχουμε τα ογκώδη γκάιγκε γκρόσε, με εννιά χορδές και τάστα στο ‘’μπράτσο’’ τους. Από τα μέσα του 16ου αιώνα, ασχολούνται μαζί του οι Ιταλοί κατασκευαστές δίνοντάς του το όνομα που έχει και σήμερα, μειώνοντας ταυτόχρονα σε τέσσερις τις χορδές του που είναι κουρδισμένες στις νότες Mi-La-Re-Sol. Το δοξάρι του είναι ακόμα πιο μικρό κι από του βιολοντσέλου κι από τον 18ο αιώνα αποτελεί αναπόσπαστο μέλος των συμφωνικών ορχήστρων, ‘’στηρίζοντας’’ με τον ηχητικό του όγκο το ρυθμό. Τον ίδιο ρόλο, αλλά συνηθέστατα σαν νυκτό όργανο (pizzicato) έχει το κοντραμπάσο και στις ορχήστρες και στα σύνολα της τζάζ, όπου από τη δεκαετία του ’20 έχει αντικαταστήσει την τούμπα, δίνοντας μαζί με τα ντράμς το ρυθμό. Ο μουσικός που παίζει κοντραμπάσο είτε στέκεται όρθιος (το ύψος του οργάνου φτάνει τα 1,85 μ.) είτε κάθεται σε μια πολύ ψηλή καρέκλα.

2018-04-17T01:09:47+00:00