Για συντομία ονομάζεται και τσέλο. Έχει περίπου το διπλάσιο μέγεθος από το βιολί, γι αυτό παίζεται ακουμπισμένο στο πάτωμα όρθιο, με ελαφριά κλίση. Το αιχμηρό στήριγμα που έχει στο κάτω άκρο του για να το κρατάει σταθερά στο πάτωμα προστέθηκε στον αιώνα μας. Το σχήμα του είναι περίπου το ίδιο με του βιολιού, εκτός από το βραχίονά του που είναι πιο κοντός.

Το βιολοντσέλο εμφανίστηκε τον 16ο αιώνα, την ίδια εποχή με το βιολί και την βιόλα. Ένα από τα παλαιότερα όργανα που έχουν βρεθεί κατασκευάστηκε γύρω στα 1572 από τον Αντρέα Αμάτι (Andrea Amati, περ. 1511 – 1579), τον γηραιότερο και τον πιο φημισμένο από τους κατασκευαστές της οικογένειας Αμάτι.

Τα πρώτα βιολοντσέλα είχαν πέντε χορδές, αλλά κάποια στιγμή καταργήθηκε η χαμηλότερη. Οι 4 χορδές του χορδίζονται στις νότες Do-Sol- Re- La .Κατά τον 17ο αιώνα και μέχρι και τον 18ο αιώνα το βιολοντσέλο χρησιμοποιείται μαζί με το τσέμπαλο, το εκκλησιαστικό όργανο ή το λαούτο (δηλαδή όργανα που μπορούσαν να παίζουν συγχορδίες), για να εκτελεί τη συνοδεία σε έργα εποχής. Το βιολοντσέλο έπαιζε την γραμμή του μπάσου (δηλ. την χαμηλότερη φωνή). Σιγά σιγά όμως, χάρη στην εκφραστικότητα και τον βελούδινο ήχο του τσέλο άρχισε να προβάλλεται σαν όργανο που μπορούσε να τραγουδήσει και μελωδίες .

Το βιολοντσέλο, μαζί με το βιολί και τη βιόλα, είναι ένα από τα μέλη του κουαρτέτου εγχόρδων.

Διδάσκουν :

Πούφτης Αστέριος

2018-04-17T01:09:12+00:00