Κόρνο

Το κόρνο ανήκει στην κατηγορία των χάλκινων πνευστών και είναι από τα πιο παλιά χάλκινα όργανα. Στην αρχαιότητα ήταν κατασκευασμένο από κέρατα ζώων κάτι το οποίο φανερώνει και η ονομασία του (corno=κέρατο). Μέχρι το 1700 τα κόρνα και γενικά τα χάλκινα πνευστά μπορούσαν να παίξουν μόνο τις αρμονικές νότες του τόνου που ήταν κουρδισμένα. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο τα κόρνα άργησαν να αξιοποιηθούν στην ορχήστρα εξαιτίας αυτής της αδυναμίας τους να αποδώσουν χρωματικές νότες. Η καταγωγή του χάνεται στη Σκανδιναβία της χάλκινης εποχής, με πρόγονο το τοπικόv όργανο λουρ, αλλά και το ρωμαϊκό κορνού. Η χρήση του περιοριζόταν αποκλειστικά στο κυνήγι, αλλά στα τέλη του 17ου αιώνα οι τελειοποιήσεις είναι πια τόσες πολλές που οι πρώτοι προκλασικοί συνθέτες γράφουν έργα για κόρνο. Στα μέσα του 18ου αιώνα χρησιμοποιείται για πρώτη φορά σουρντίνα, ενώ η σημαντικότερη βελτίωση, τα κλειδιά, καθιερώνονται από Γερμανούς κατασκευαστές το 1815. Το 1899 ο Γερμανός Κρούσπε κατασκευάζει το διπλό κόρνο με τονικότητες Fa/Si ύφεση, ίδιο ακριβώς με αυτό που έχουμε σήμερα. Ο ήχος του κόρνου είναι αρκετά έντονος, αλλά γλυκός και οι εκτελεστές ελέγχουν πάντα την τονικότητα βάζοντας το χέρι τους μέσα στην καμπάνα.  Χρησιμοποιούνται πάντως, και χάρτινες ή μεταλλικές σουρντίνες.